|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο equipment παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: armament
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | equipment n | (machines) (επίσημο: μηχανήματα) | εξοπλισμός ουσ αρσ | | | The ambulance carries a lot of medical equipment. | | | Το ασθενοφόρο μεταφέρει αρκετό ιατρικό εξοπλισμό. | | equipment n | (furnishings, tools) | εξοπλισμός ουσ αρσ | | | They sold all sorts of camping equipment. | | | Πουλούσαν κάθε είδους εξοπλισμό κάμπινγκ. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | equipment n | figurative (ability, knowledge) | ικανότητες ουσ θηλ πλ | | | | γνώσεις ουσ θηλ πλ | | | (μεταφορικά) | εφόδια ουσ ουδ πλ | | | I have the equipment to be the best in my field of work. | | | Έχω τις ικανότητες για να είμαι ο καλύτερος στον τομέα εργασίας μου. | | | Έχω τις γνώσεις για να είμαι ο καλύτερος στον τομέα εργασίας μου. | | equipment n | (act of equipping) (επίσημο) | εφοδιασμός, εξοπλισμός ουσ αρσ | | | The army will not be ready until after the equipment of the troops. | | | Ο στρατός δε θα είναι έτοιμος μέχρι να ολοκληρωθεί ο εφοδιασμός των στρατευμάτων. | | equipment n | (sports kit) | εξοπλισμός ουσ αρσ | | | He brought his soccer equipment with him in his bag. | | | Έφερε στην τσάντα του τον εξοπλισμό του ποδοσφαίρου. |
|
|